«Η υπ΄ αριθ. 6/2026 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ακόλουθους λόγους:
1) Σύμφωνα με την δικαστική απόφαση -μια απόφαση ξεκάθαρη που δεν επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες- ο τόκος στις δικαστικές ρυθμίσεις για τη διάσωση της κύριας κατοικίας των δανείων που υπάγονται στο άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη) πρέπει να υπολογίζεται επι της μηνιαίας δόσης και όχι επι του συνολικού άληκτου κεφαλαίου της οφειλής.
2) Η δικαστική ρύθμιση αποτελεί αυτοτελή αναγκαστική ρύθμιση κατά παρέκκλιση από τους τραπεζικούς κανόνες και την τραπεζική πρακτική είτε της μεθόδου τοκοχρεολυτικής αποπληρωμής του κεφαλαίου είτε της χρεολυτικής αποπληρωμής όπου ο τόκος προσδιορίζεται επι του υπολοίπου του κεφαλαίου. Ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει ρητά την πρόθεση του νομοθέτη να αποστεί από τη συμβατική ρύθμιση της έννομης σχέσης βάσει τραπεζικής πρακτικής.
a. Προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, η απόφαση αναγνωρίζει για πρώτη φορά το δικαίωμα στη στέγαση ως συνταγματικά προστατευόμενο κοινωνικό αγαθό για την επανένταξη του οφειλέτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, καθώς και το δικαίωμα επανάκτησης αγοραστικής δύναμης όλων όσοι βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης οφειλών λόγω σοβαρών προβλημάτων και αντίξοων συνθηκών, κατά την κρίση ανεξάρτητου δικαστή.
Ορίζει γι΄ αυτό τον λόγο την οφειλόμενη δόση που θα πρέπει να είναι συμβατή με τις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε οφειλέτη, ως «οροφή και όχι ως βάση υπολογισμού δυνάμενη να επιβαρυνθεί ουσιωδώς με τον συνυπολογισμό υπέρογκων τόκων».
Προάγει επομένως και ενστερνίζεται τις βασικές 3 αρχές του νόμου Κατσέλη:
α) την δυνατότητα απαλλαγής χρεών και ρύθμισης οφειλών φυσικών προσώπων που βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής τους, λόγω σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών,
β ) τη διάσωση της κύριας κατοικίας και
γ ) τον αναγκαίο διαμεσολαβητικό και αποφασιστικό ρόλο ενος ανεξάρτητου δικαστή που αξιολογεί τις συνθήκες , τα επιχειρήματα και την αξιοπιστία τόσο των πιστωτών όσο και κάθε οφειλέτη χωριστά προτού να προβεί σε δικαστική απόφαση.
3) Η απόφαση επομένως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την βασική αρχή του Πτωχευτικού Κώδικα που αντικατέστησε με τον Ν. 4739/2020 και τον Ν. 3869/2010 σύμφωνα με την οποία σκοπός της πτώχευσης «είναι η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του οφειλέτη με τη ρευστοποίηση του συνόλου της περιουσίας του (άρθρο 75)» και όχι η επανένταξη του οφειλέτη στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή.
Υπενθυμίζω τις κύριες προβλέψεις του Ν. 4739/2020 που είναι μονομερείς και καταπατούν, κατά τη γνώμη μου, βασικά ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Πτωχευτικό Κώδικα :
α) η κύρια κατοικία εντάσσεται στην πτωχευτική διαδικασία,
β) οποιοσδήποτε πιστωτής μπορεί να εκκινήσει διαδικασία πτώχευσης μέσω διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων πριν την εκδίκαση της πτώχευσης (άρθρο 78, παρ. 5),
γ) τα χρονικά περιθώρια κλήτευσης του οφειλέτη είναι ασφυκτικά (μόλις 15 μέρες πριν τη δικάσιμο στο Πολυμελές Πρωτοδικείο),
δ) το δικαίωμα έννομης προστασίας και ακρόασης ουσιαστικά αφαιρείται χωρίς την παρουσία δικαστή για ρύθμιση οφειλών και με αυτόματη κατάσχεση όλων των περιουσιακών στοιχείων όσο και του εισοδήματος του οφειλέτη που υπερβαίνει τις δαπάνες εύλογης διαβίωσης (611 ευρώ/άτομο),
ε) προβλέπεται η δημιουργία ιδιωτικού Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Κατοικιών (άρθρο 218) που θα μισθώνει την κύρια κατοικία τους στους ελάχιστους δανειολήπτες που πληρούν τα εισοδηματικά κριτήρια και μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο ενώ τους δίνει τη δυνατότητα να την αγοράσουν μετά από 12 χρόνια στην εμπορική της αξία !!
5) Η απόφαση του Αρείου Πάγου αποτελεί επομένως βάση για αντικατάσταση του σημερινού νομοθετικού πλαισίου και επαναφορά των 3 βασικών αρχών του νόμου Κατσέλη σε ένα νέο νομοθέτημα στη βάση προτάσεων που έχουν κατατεθεί από κόμματα, ενώσεις καταναλωτών, δικηγορικούς συλλόγους, συλλόγους πολιτών και υπάρχουσας πλέον εμπειρίας ως προς την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και διαδικασιών.
Η ανάληψη νέας νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι πιο αναγκαία από ποτέ καθώς η αύξηση του ιδιωτικού χρέους αποτελεί και πάλι μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας και πηγή μελλοντικής κρίσης.
Το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους δεν έχει λυθεί: απλώς κουκουλώνεται…
-Το ιδιωτικό χρέος το 2020 ήταν 318 δις και το 2025 ανήλθε σε 362 δις. Η μείωση του ως ποσοστό του ΑΕΠ από 189,8% σε 145,8% οφείλεται στην αύξηση του παρονομαστή κυρίως λόγω πληθωρισμού.
-Η μείωση των ΜΕΔ στις οικονομικές καταστάσεις των ελληνικών τραπεζών οφείλεται στις μαζικές τιτλοποιήσεις των απαιτήσεών τους και όχι σε μέτρα εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου τους, δηλαδή σε ενεργητικές δράσεις διαχείρισης (π.χ. ρυθμίσεις απαιτήσεων έναντι πελατών, μειώσεις χορηγητικών επιτοκίων, διευθετήσεις εμπραγμάτων εξασφαλίσεων, αναχρηματοδοτήσεις, κ.ά.). Κατά συνέπεια, πρόκειται για «πλασματική βελτιστοποίηση» του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας.
-Τα ΜΕΔ μεταφέρθηκαν από τις Τράπεζες στις Εταιρείες Διαχείρισης αλλά το συνολικό ύψος παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, Τον Σεπτέμβριο του 2025 ανήρχονταν σε 79,4 δις.
-Χωρίς αποτελεσματική εποπτεία από την Τράπεζα Ελλάδος και χωρίς την επιβολή κυρώσεων, η λειτουργία των Servicers είναι άκρως προβληματική και αδιαφανής. Οι οφειλέτες και οι δικηγόροι τους αδυνατούν να επικοινωνήσουν με τους διαχειριστές των δανείων τους, ενώ πρέπει να ξοδέψουν χρόνο και χρήμα για να ενημερωθούν και να διευθετήσουν τις εκκρεμότητες που υπάρχουν.
-Οι πλειστηριασμοί αυξάνονται και μέσω αυτών πραγματοποιείται μια πρωτοφανής αναδιανομή εισοδήματος και περιουσιακών στοιχείων από τους μη έχοντες στους έχοντες.
Πρόταση
Στη βάση της δικαστικής απόφασης του Αρείου Πάγου, ο ΔΣΑ και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι θα μπορούσαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες συντονισμού ενεργειών για αντικατάσταση του υπάρχοντος άκρως προβληματικού, νομοθετικού πλαισίου.
Οι 3 βασικές αρχές του νόμου Κατσέλη μπορούν και πρέπει να επανέλθουν με πρωτοβουλία της νομοθετικής και πλέον και της δικαστικής εξουσίας: Η προστασία του δικαιώματος στη στέγαση, στην κοινωνική και επαγγελματική επανένταξη και στην εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης αποτελεί προϋπόθεση για μια εύρωστη δημοκρατία και ενός κράτους δικαίου».